Στο εξώφυλλο του νέου βιβλίου της Ελενας Χουζούρη «Ψυχή ντυμένη αέρα» (εκδ. Επίκεντρο) το βλέμμα μας προσελκύει η νεαρή γυναίκα με τα μεγάλα εκφραστικά μάτια, που με αυτοπεποίθηση και κάποια θεατρικότητα κοιτάζει τον φακό. Είναι η ποιήτρια, πεζογράφος και θεατρική συγγραφέας Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου (1908-1935), καλλονή και μούσα της μεσοπολεμικής Θεσσαλονίκης, που χτυπήθηκε από τη φυματίωση αφήνοντας την τελευταία της πνοή μόλις στα 27 της χρόνια. «Λεπτή, λυγερή, γαλανή-πρασινομάτα καλύτερα-μελίχρωμη σαν λιοκαμένη, μ’ ελληνική κατατομή...», όπως την περιγράφει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος. «Το βέβαιο είναι πως η ομορφιά της είχε τόση ψυχικότητα, ώστε το σώμα, θάλεγες, εξαϋλωνόταν και δεν έβλεπες παρά μια ψυχή, κάτι διάφανο, αιθέριο».
Το άστρο της Ανθούλας Σταθοπούλου-Βαφοπούλου έλαμψε δυνατά, στη γρήγορη τροχιά του. Εζησε μια θυελλώδη σχέση με τον ποιητή Γιώργο Βαφόπουλο, με όλα τα χαρακτηριστικά ενός ρομαντικού μυθιστορήματος που οδήγησε σε γάμο. «Το κεφάλι της Μέδουσας θάταν ανίσχυρο να με πετρώσει, καθώς με είχε πετρώσει το εξαίσιο κεφάλι εκείνου του κοριτσιού», έγραφε ο νεαρός ποιητής για την έφηβη Ανθούλα που πρωτοαντίκρισε στις γυμναστικές επιδείξεις του 1ου Γυμνασίου Θηλέων Θεσσαλονίκης. Καλλιεργημένη, με σπουδές στη Δραματική Σχολή του Ωδείου, καθιερώθηκε ως δυναμική και απελευθερωμένη πένα στο ανδροκρατούμενο λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής της. Εχοντας να αντιμετωπίσει την προσωπική της τραγωδία, αλλά και την απώλεια της μητέρας της, του αδελφού και της αδελφής της, κατόρθωσε να κυκλοφορήσει μόνο μία ποιητική συλλογή, «Νύχτες αγρύπνιας», και να δημοσιεύσει σε σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά. Εναν χρόνο μετά τον θάνατό της εκδόθηκαν τα «Εργα» της με δαπάνη του Δήμου Θεσσαλονίκης, πρόλογο του Ξενόπουλου κι ένα συγκινητικό αποχαιρετιστήριο ποίημα της Μυρτιώτισσας, ενώ ο Γ. Θ. Βαφόπουλος εξέφρασε στο επίγραμμα την απόλυτη αφοσίωση στη μνήμη της αγαπημένης του.
Βραβευμένη και πολυδιαβασμένη συγγραφέας η -επίσης Θεσσαλονικιά- Ελενα Χουζούρη έπειτα από μεγάλη έρευνα ανασυνθέτει την ταραγμένη ζωή της Ανθούλας Σταθοπούλου και την εντάσσει στη μεσοπολεμική Θεσσαλονίκη, σε ένα βιβλίο που συνδυάζει με μοναδικό τρόπο το ντοκουμέντο, τη βιογραφία και τη ρέουσα λογοτεχνική αφήγηση. Φωτογραφίες αλλά και ανθολόγηση από τα έργα της βοηθούν τον αναγνώστη να έχει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για την πρόωρα χαμένη δημιουργό, ωθώντας να την ανακαλύψουμε όπως της αξίζει.
● Τι είναι αυτό που σας έκανε να εμβαθύνετε στη ζωή και στο έργο της Ανθούλας Σταθοπούλου-Βαφοπούλου; Μπορούμε να μιλάμε για μυθιστορηματική βιογραφία;
Διάβασα για πρώτη φορά ποιήματα της Θεσσαλονικιάς ποιήτριας στα 12 μου χρόνια από την Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης του Μ. Περάνθη. Ο θάνατός της στα 27 της χρόνια με συγκλόνισε τόσο ώστε υποσχέθηκα ότι κάποτε θα συναντούσα και πάλι τα ποιήματά της. Οπως και έγινε. Την πρώτη φορά με μια περιορισμένη ανθολόγηση ποιημάτων της, το 2019, στις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» και τώρα με ένα πλήρες βιογραφούμενο έργο και ευρεία ανθολόγησή του. Η αλήθεια είναι ότι δεν ακολουθώ έναν τυπικό, αυστηρό τρόπο βιογραφίας, δεν θα τη χαρακτήριζα όμως και μυθιστορηματική βιογραφία, αν και έχει τέτοια στοιχεία, αλλά περισσότερο βιογραφική αφήγηση.
Είναι αλήθεια ότι η ομορφιά της συναγωνιζόταν το ταλέντο της; Τι την έκανε τόσο ιδιαίτερη, τόσο ξεχωριστή;
Πολλά την κάνουν ξεχωριστή και στον σύντομο βίο της και στο έργο της. Η Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου ήταν μια γενναία γυναίκα που δεν αντιμετώπιζε μοιρολατρικά ή μελοδραματικά τις οικογενειακές απώλειες [μητέρα, αδελφός, αδελφή] και τη δική της ασθένεια που την οδήγησε στον θάνατο.
Η δημιουργία -ποίηση αλλά και διηγηματογραφία και θέατρο- ήταν για αυτήν ένας τρόπος να αντιμάχεται τον θάνατο και να δοξάζει τη ζωή. Είχε μια έντονη γυναικεία ταυτότητα, εξαιρετικά ώριμη για την ηλικία της και εξίσου προχωρημένη για τα ανδροκρατικά και εν πολλοίς συντηρητικά ήθη της εποχής. Μια ταυτότητα της γυναίκας δημιουργού που δεν θέλει να λειτουργεί συμπληρωματικά αλλά με αυτάρκεια και να διεκδικεί τις ερωτικές της επιθυμίες όχι σε ρομαντικό, μελοδραματικό και ανεκπλήρωτο επίπεδο -όπως λόγου χάριν η Πολυδούρη- αλλά σωματικά, άρα ολοκληρωμένα, απολαμβάνοντας την αξία της ηδονής. Τα ερωτικά της ποιήματα έως και εντυπωσιάζουν με την τόλμη τους. Εντυπωσιάζουν επίσης η κοινωνική της ματιά και ο κοινωνικός προβληματισμός της, όπως στο ποίημα «Η Κυριακή της δακτυλογράφου».
● Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι τα έργα της έφεραν μια νέα πνοή στη μεσοπολεμική λογοτεχνική σκηνή της Θεσσαλονίκης αλλά και γενικότερα στα νεοελληνικά γράμματα της εποχής της;
Χωρίς να την αποκόπτω από το ρεύμα του νεοσυμβολισμού και της βιωματικής ποίησης της γενιάς της -αυτής του Καρυωτάκη και γενικότερα των μεσοπολεμικών ποιητών-, θα έλεγα ναι, υποφώσκει, εκτός των όσων ήδη ανέφερα, και μια ανατρεπτική, υπονομευτική αντιμετώπιση του θανάτου -είμαι σίγουρη ότι θα συνομιλούσε σήμερα με τον Γιάννη Βαρβέρη ως προς αυτό-, ένας αυτοσαρκασμός και μια διακριτή ειρωνεία που σαφώς τη διαχωρίζουν από τη λυρική, δραματική έως και μελοδραματική ποίηση άλλων ποιητριών του Μεσοπολέμου.
Θα τολμούσα να πω ότι στην ποίησή της ανιχνεύονται και μοντερνιστικοί απόηχοι. Οσο για τα διηγήματά της -τα ελάχιστα που πρόλαβε να γράψει-, αυτά κι αν εντυπωσιάζουν. Αυτά κι αν εκτινάσσονται μπροστά από την εποχή τους! Εδώ, όπως σωστά σημειώνει η Θάλεια Ιερωνυμάκη, «φλερτάρει με το παράδοξο, το ανορθόδοξο», προβάλλοντας την πολλαπλότητα της ερωτικής επιθυμίας. Οσο για τα δύο θεατρικά της έργα, ένα τρίπρακτο και ένα μονόπρακτο, που πρόλαβε να γράψει, εκτός από τη δραματουργική τους αρτιότητα, εμφορούνται από μια εμφανώς φεμινιστική, απελευθερωτική ματιά, η οποία διεκδικεί σθεναρά την ισότητά της απέναντι στα κοινωνικά, οικονομικά στερεότυπα της εποχής της.
● Τα περισσότερα βιβλία σας ακόμα και τα μυθιστορήματα βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα και μεγάλη έρευνα. Σε αυτό το βιβλίο ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η ιστορία που αφηγείστε δεν μπορούσε παρά να είναι αλληλένδετη με την Ιστορία, με τις πνευματικές ζυμώσεις της Θεσσαλονίκης του Μεσοπολέμου.
Ο Γιώργος Ιωάννου έλεγε ότι «δεν γράφουμε εν κενώ». Πραγματικά, και εγώ πιστεύω, δεν μπορούμε να δούμε τη ζωή μας έξω από τα ιστορικά, κοινωνικά, πολιτιστικά συμφραζόμενα της εποχής μας. Και να το προσπαθήσουμε κοιτάζοντας μόνον προς τον εαυτό μας θα διαπιστώσουμε, αργά ή γρήγορα, ότι αυτό δεν προχωράει, δεν λειτουργεί. Ναι, στα μυθιστορήματά μου, που έχουν συνήθως ιστορικό φόντο, με ενδιαφέρει πάρα πολύ πού, πώς, τι κάνουν/αντιδρούν/κινούνται οι ήρωες/ηρωίδες μιας συγκεκριμένης εποχής, άρα φτιάχνω, ανασυστήνω σκηνικά και τους βάζω μέσα.
Μπορεί αυτό το βιβλίο να μην είναι βεβαίως μυθιστόρημα, όμως δεν μου πήγαινε να γράφω για τη ζωή και το έργο αυτής της γυναίκας χωρίς να κοιτάξω ποιο ήταν το περιβάλλον όπου είχε ζήσει, κάτω από ποιες συνθήκες έγραψε, τι γινόταν εκείνη την εποχή γύρω της. Αυτή η οπτική μού έδωσε την ευκαιρία να εγκιβωτίσω στις σελίδες του βιβλίου μου -κατά κάποιον τρόπο- μια μικρή «μελέτη» και να αναπαραστήσω σχετικά την πολιτιστική ζωή της μεσοπολεμικής Θεσσαλονίκης, εστιάζοντας κυρίως στο πρωτοποριακό λογοτεχνικό περιοδικό «Μακεδονικές Ημέρες» και τη θεσσαλονικιώτικη «Γενιά του ‘30» με πυρήνα της τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό, σε αντίθεση με την, κατά βάση, ελληνοκεντρική αθηναϊκή αντίστοιχη γενιά. Και από κοντά τα βιβλιοπωλεία, το θέατρο, τα εικαστικά, ο κινηματογράφος, το πρώτο στα Βαλκάνια ραδιόφωνο, το Πανεπιστήμιο, η Διεθνής Εκθεση και τα συναφή. Ολα αυτά δηλαδή μέσα στα οποία ζούσε και δημιουργούσε η Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου.
Για να αναπαραστήσεις και ανασυστήσεις βέβαια μια εποχή που δεν έχεις ζήσει χρειάζεται οπωσδήποτε μεγάλη έρευνα, αλλά αυτό ακριβώς το κομμάτι της δουλειάς μου είναι που με γοητεύει και με συναρπάζει. Αισθάνομαι σαν να ζω άλλες ζωές καθώς τις ανακαλύπτω. Λόγου χάριν αυτόν τον καιρό που γράφω ένα καινούργιο μυθιστόρημα έχω κυριολεκτικά βουτήξει στην «Αγρια Δύση» της Αμερικής των αρχών του 20ού αιώνα, όταν μετανάστευαν καραβιές πάμφτωχων Ελλήνων για να βρουν, όπως φευ πίστευαν, τη Γη της Επαγγελίας.
● Ποιος ο ρόλος του συζύγου της Ανθούλας Σταθοπούλου, του σπουδαίου ποιητή Γιώργου Βαφόπουλου και μέλους της Ομάδας των «Μακεδονικών Ημερών», στην αναγνώριση της ποιήτριας;
Δεν νομίζω ότι υπήρχε σπουδαίος ρόλος, αν εξαιρέσουμε ίσως ότι είχαν συνταξιδέψει στην Αθήνα δύο φορές, το λογοτεχνικό κύκλωμα της οποίας είχε ήδη αποδεχθεί την ποίηση του νεαρού τότε Βαφόπουλου και όπου η Ανθούλα έκανε μεγάλη εντύπωση και κατέκτησε προσωπικά την εύνοια του Ξενόπουλου και της Μυρτιώτισσας και έκτοτε διατηρούσε και με τους δύο αλληλογραφία. Ο χαρακτηρισμός «Ψυχή ντυμένη αέρα» είναι του Ξενόπουλου. Εκείνο που πρέπει να τονίσω είναι ότι οι δυο τους, Ανθούλα και Βαφόπουλος, είναι ένα σχεδόν μυθικό λογοτεχνικό ζευγάρι. Ο Βαφόπουλος λάτρευε την Ανθούλα και πολλά ποιήματά του είναι εμπνευσμένα ή αφιερωμένα σε αυτήν, δεν είναι τυχαίο ότι το κεφάλαιο των Αυτοβιογραφικών του Σελίδων, που είναι σε αυτήν αφιερωμένο, τιτλοφορείται ΤΟ ΠΑΘΟΣ.
● Και πώς εξηγείται η μετά θάνατον σχεδόν δεύτερη εξαφάνιση της ποιήτριας από τη νεοελληνική γραμματεία;
Ναι, ακριβώς όπως το λέτε, «δεύτερη εξαφάνιση». Στους λογοτεχνικούς κύκλους της Θεσσαλονίκης είναι γνωστό το γιατί, εγώ το μόνο που θα πω είναι ότι η πανέμορφη αυτή γυναίκα και άξια δημιουργός έπεσε θύμα ζηλοφθονίας και μνησικακίας. Ευτυχώς, έστω και καθυστερημένα το ενδιαφέρον για αυτήν επανέκαμψε τα τελευταία χρόνια και είμαι σίγουρη ότι η Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου θα πάρει τη θέση που της αρμόζει στα νεοελληνικά μας γράμματα. Οσον αφορά τη δική μου προσπάθεια, εκτός από το βιβλίο μου, είμαι σε επαφή και με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και με το Εθνικό Θέατρο με στόχο να παρουσιαστούν τα θεατρικά της έργα.
● Και μια τελευταία ερώτηση: Θα τη συγκρίνατε, λόγω τόσο της ασθένειάς της που της στέρησε στα 27 της χρόνια τη ζωή όσο και του έργου που άφησε, κυρίως την ποίησή της, με την Μαρία Πολυδούρη; Ας πούμε, θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε «Πολυδούρη της Θεσσαλονίκης»;
Πιστεύω, κατ’ αρχάς, ότι ο χαρακτηρισμός «Πολυδούρη της Θεσσαλονίκης» την υποτιμά και την προσβάλλει. Σε καμία περίπτωση δεν θα τη συνέκρινα με την Πολυδούρη, αν εξαιρέσουμε ότι έφυγαν από τη ζωή και οι δύο από φυματίωση πολύ νέες ή ότι εργάστηκαν σε δημόσιες υπηρεσίες για λίγο διάστημα ή και το ότι εντάσσονται, λιγότερο ή περισσότερο, στο ρεύμα του νεοσυμβολισμού. Κοιτάξτε, η Πολυδούρη έως τώρα έχει «παίξει» σχεδόν μόνη της στη μεσοπολεμική λογοτεχνική αρένα. Ο ανεκπλήρωτος, πλατωνικός, σχεδόν μελοδραματικός έρωτάς της με τον Καρυωτάκη την έντυσε με μια υπερβολική, πιστεύω, ρομαντική άλω. Ακολούθησε μια υπερπροβολή της σε αυτό το επίπεδο. Η Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου είναι μια εντελώς διαφορετική, ξεχωριστή και προχωρημένη περίπτωση, με πολλά σύγχρονα διακυβεύματα και προπαντός μακράν της μελοδραματοποίησης του τρίπτυχου: Ερωτας-Θάνατος-Ζωή.










Greek (GR) ·
English (US) ·